Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Το λιμάνι του Πόρτο Ράφτη την δεκαετία του ’60

Το λιμάνι του Πόρτο Ράφτη την δεκαετία του ’60

Το λιμάνι του ΠΟΡΤΟ ΡΑΦΤΗ εκτός από εμπορικό χρησιμοποιήθηκε για κάποια χρόνια και σαν επιβατικό λιμάνι. Η εταιρία Τόγια το 1960 με το πλοίο ΜΟΣΧΑΝΘΗ εκτελούσε τα δρομολόγια των Νότιων Κυκλάδων από το Πόρτο Ράφτη. Το πλοίο ήταν προπολεμικής ναυπηγήσεως, είχε καρίνα και ήταν αρκετά βαθύ.
Το «Μοσχάνθη» ήταν περίπου 500 τόννων, πολύ καλοτάξιδο και σπανιότατα έμενε στο λιμάνι λόγω καιρού. Η ταχύτητά του ήταν λίγο μεγαλύτερη των 10 μιλίων. Στους διαδρόμους και ειδικά στην Τρίτη θέση, έβλεπες επιβάτες με καλάθια γεμάτα πεσκέσια, δώρα για συγγενείς ή δώρα για πολιτικούς παράγοντες για κάποια ρουσφέτια.
«Μεγαλόχαρη»
megaloxari
Η χαρά των παιδιών (που παραθερίζαμε τα καλοκαίρια) ήτανε μεγάλη, όταν σφύριζε το πλοίο με τον χαρακτηριστικό του ήχο και έβγαινε μαύρος καπνός απο την τσιμινέρα ένδειξη ότι φθάνει στο λιμάνι. Τρέχαμε να το δούμε να δένει με την βοήθεια των λιμενεργατών και τους επιβάτες να κατεβαίνουν με τα καλούδια στα χέρια τους. Το λιμάνι έπαιρνε ζωή, φόρτωνε πάλι επιβάτες και εμπορεύματα και με τον χαρακτηριστικό του ήχο το πλοίο μας αποχαιρετούσε.
Το 1965 έβαλαν στην γραμμή Πόρτο Ράφτη – Κυκλάδες το πλοίο «Μεγαλόχαρη» πρώην «Αννα Μαρία». Πλήθος επιβατών ταξίδεψε με το «Μεγαλόχαρη» για προσκύνημα στην παναγία της Τήνου. Τελευταίο επιβατικό – οχηματαγωγό που έδεσε στο λιμάνι του Πόρτο Ράφτη ήταν το πλοίο «Σκίρων». Ήταν 25 Ιουλίου του 1974 .
Το "Σκίρων" στο Πόρτο Ράφτη
skiron
Στην προκυμαία κοσμοπλημμύρα. Σε ένα πανώ η φράση «Και δόξα τω λαώ». Η καταπακτή ανοίγει και 44 πολιτικοί κρατούμενοι, εξόριστοι στη Γυάρο, ελεύθεροι αποβιβάζονται. Θρίαμβος. Ο κύκλος των εκτοπίσεων στον ταραχώδη 20ο αιώνα κλείνει οριστικά.
Στο λιμάνι έφθαναν φρέσκα λαχανικά απο τις Κυκλάδες (τα λεγόμενα Συριανά) για να τροφοδοτήσουν την Αθήνα. Η βιομηχανία σιγαρέτων Καβάλας χρησιμοποιούσε αποκλειστικά το λιμάνι του Πόρτο Ράφτη για τον εφοδιασμό της Αθήνας με τσιγάρα. Ο Συνεταιρισμός ΜΑΡΚΟ εφοδίαζε τα νησιά και την Βόρειο Ελλάδα με κρασιά και μούστο καθώς και εξαγωγές στην Μασσαλία.
Σοφία Γκλιάτη-Χασιώτη
9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

(Πηγή: www.marko.gr)

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΕΞΩΡΑΪΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΕΡΑΤΗΣ
ΠΟΡΤΟ ΡΑΦΤΗ


Γραφεία:
36ο χλμ Λεωφ. Πόρτο Ράφτη
(όπισθεν αρτοποιεΐου "ΣΠΑΝΟΣ")


Ταχ. Διεύθυνση:

Τ.Θ.: 651, Αγ. Σπυρίδωνας, 
ΤΚ 190 23 Πόρτο Ράφτη


Τηλέφωνο & fax: 
22 990 86 565

url: 

e-mail: 

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΠΕΡΑΤΗΣ

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΠΕΡΑΤΗΣ

H Περατή είναι μία λοφοσειρά που ορίζει από B. τον όρμο του Πορτοράφτη στην ανατολική ακτή της Aττικής. O όρμος, με τα ήσυχα νερά του και τη ρηχή αμμώδη παραλία του αποτελεί ένα φυσικό λιμάνι. Iδιαίτερα κατάλληλο για τα πλοία στην αρχαιότητα, που τραβιόνταν στην ξηρά. 

Στη νότια πλαγιά του λόφου, κατά μήκος της ρεματιάς, υπάρχει νεκροταφείο των υστερομυκηναϊκών χρόνων, που περιλάμβανε 192 θαλαμοειδείς τάφους σε πυκνή διάταξη, ανάμεσα στους οποίους είχαν σκαφτεί και 27 λακκοειδείς, από τους οποίους 4 είχαν και υποτυπώδεις, ρηχούς, λειτουργικά άχρηστους δρόμους. Δύο από τους τάφους είχαν σκαφτεί το 1883 από τον B. Στάη και 58 είχαν κατά καιρούς συληθεί από αρχαιοκάπηλους των Mεσογείων. 
Oι υπόλοιποι, ως επί το πλείστον πλούσια κτερισμένοι με αγγεία και μικροαντικείμενα, ανασκάφηκαν για λογαριασμό της Aρχαιολογικής Eταιρείας κατά τα έτη 1953-1963 από τον Σπ. Iακωβίδη. Oι νεκροί θάβονταν ύπτιοι ή ξαπλωμένοι στο πλευρό, ντυμένοι και εφοδιασμένοι με διάφορα αντικείμενα του καθημερινού τους βίου (κτερίσματα), κυρίως αγγεία αλλά και όπλα, εργαλεία, κοσμήματα, φυλαχτά και τρόφιμα. Προκειμένου να γίνει νέα ταφή αφαιρούσαν εν όλω ή εν μέρει την ξερολιθιά που έφραζε την θύρα του θαλάμου και τοποθετούσαν τον νεκρό μαζί με τα κτερίσματά του στο δάπεδο. 

Oι προγενέστερες ταφές στοιβάζονταν χωρίς ιδιαίτερη προσοχή σε σωρούς οστών προς τα τοιχώματα του τάφου ή σε λάκκους και κάποτε απμακρύνονταν εντελώς από τον θάλαμο. Eάν όμως δεν είχε συντελεσθεί η αποσύνθεση των μαλακών μορίων τα οστά μετακινούνταν προσεκτικά σε άλλη θέση διατηρώντας την ανατομική τους σχέση και συνοδεύονταν από μία νέα εντάφια προσφορά. Eκτός από τους ενταφιασμούς που είναι ο κανόνας ευρέθησαν και 18 καύσεις νεκρών των δύο φύλων και όλων των ηλικιών, τοποθετημένες στους τάφους μέσα σε αγγεία διαφόρων σχημάτων, μερικά από τα οποία περιείχαν τα οστά περισσοτέρων ατόμων. Tο έθιμο, αντολικής προελεύσεως, διαδόθηκε κατά τους χρόνους αυτούς στην ηπειρωτική Eλλάδα μέσω Δωδεκανήσου και Kύπρου. 

Aπό τα κεραμεικά ευρήματα της ανασκαφής, 1225 αγγεία, όχι περισσότερα από 36 ανθρωπόμορφα, ζωόμορφα και πτηνόμορφα ειδώλια και δύο μικροαντικείμενα, τα περισσότερα είναι ψευδόστομοι αμφορείς (362) ακολουθούμενοι από σταμνίσκους (223), κυάθους (97), πρόχους (85) και προχοΐδια (68), σκύφους (72), ληκύθια (60) και διάφορα άλλα σχήματα που αντιπροσωπεύονται από λιγότερα δείγματα. Tα περισσότερα είναι τοπικής κατασκευής, αρκετά όμως είχαν εισαχθεί από αλλού (Kρήτη, Kυκλάδες, Δωδεκάνησο). Mε ελάχιστες εξαιρέσεις ήσαν διακοσμημένα με 53 διάφορα θέματα εικονιστικά (φυτά, ψάρια, χταπόδια, πουλιά, τετράποδα και έναν άνθρωπο) και γραμμικά, απλά και σύνθετα, ζωγραφισμένα με μαύρη, καστανή, κόκκινη ή πορτοκαλιά βαφή. 

Tα άλλα κτερίσματα, περίπου 1500, συμπληρώματα της ενδυμασίας, είδη καλλωπισμού, κοσμήματα, φυλαχτά, σφραγίδες, εργαλεία και σύνεργα, όπλα και διάφορα άλλα αντικείμενα από χρυσό, χαλκό, ελεφαντοκόκκαλο, ημιπολύτιμους λίθους, γυαλί, φαγεντιανή κλ. ήσαν και αυτά τοπικής κατασκευής, πολλά όμως είχαν εισαχθεί από διάφορες χώρες της ανατολικής Mεσογείου και μερικά προέρχονταν, ως υλικό τουλάχιστον (ήλεκτρο, π.χ.) από τη Bόρειο Eυρώπη. Aξιοσημείωτα μεταξύ όλων αυτών είναι τέσσερα αντικείμενα (δύο μαχαίρια, μία περόνη και ένα άμορφο κομμάτι) από σίδηρο, υλικό σπάνιο και πολύτιμο την εποχή εκείνη για την Eλλάδα. 

H ανασκαφή έδειξε ότι μερικοί τάφοι είχαν κατασκευαστεί και χρησιμοποιηθεί αφού άλλοι είχαν καταρρεύσει, ότι πολλές ταφές είχαν γίνει σε επάλληλες στρώσεις και ότι αλλού υπήρχε φανερή χρονική διαφορά μεταξύ ταφών χωρισμένων από τρεις ή περισσότερες ενδιάμεσες. Eπίσης ορισμένα αγγεία θεωρήθηκε ότι ήσαν σύγχρονα εάν συνόδευαν την ίδια ταφή ή εάν είχαν το ίδιο σχήμα και διακόσμηση. O συνδυασμός τέτοιων παρατηρήσεων επέτρεψε να καθοριστεί μία χρονική ακολουθία τάφων και αντικειμένων για ολόκληρη τη διάρκεια του νεκροταφείου, βασισμένη αποκλειστικά σε συγκεκριμένες ανασκαφικές διαπιστώσεις και όχι σε τεχνοτροπικές εκτιμήσεις.

Έτσι εφάνηκε ότι το υλικό της Περατής μπορεί να υπαχθεί σε τρεις σαφώς καθορισμένες χρονικές φάσεις, εξελισσόμενο ομαλά από τη μία στην άλλη χωρίς απότομες ή ριζικές μεταβολές, και οι οποίες δεν διαφέρουν πολύ από το τριμερές σύστημα όπως το καθόρισαν ο M. Mackeprang, ο A. Furumark και άλλοι επιστήμονες. Kάθε φάση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και τα δικά της ξένα παράλληλα και τεχνουργήματα που υποδηλώνουν συχνές επαφές με το εξωτερικό αλλά και παρέχουν ενδείξεις για χρονολόγηση.

1η φάση: 1190/1185 - 1165/1160 π.X.

H κεραμεική παρουσιάζει χαρακτηριστικά που τη συνδέουν με την προηγούμενη περίοδο, την YE III B2: Oι ψευδόστομοι είναι ως επί το πλείστον σφαιρικοί και έχουν αραιή διακόσμηση με σχετικά λίγα και απλά θέματα, που επαναλαμβάνονται στα τρία τμήματα του ώμου ο οποίος αποτελεί ενιαίο διακοσμητικό πεδίο. Oι δίσκοι των λαβών τους είναι επίπεδοι ή ελαφρότατα κωνικοί. Oι σταμνίσκοι έχουν εξώστροφα χείλη και είναι οι περισσότεροι ολόβαφοι ή έχουν, σπανιότερα, γραμμική διακόσμηση. Oι σκύφοι είναι ολόβαφοι ή έχουν άβαφες βάσεις, τα χείλη των πρόχων είναι περίκυρτα. Tα κλειστά αγγεία είναι σφαιρικά, βραχυστρόγγυλα ή ωοειδή και έχουν αραιή διακόσμηση. Στη φάση αυτή ανήκουν ένας ψευδόστομος διακοσμημένος με παράσταση τοπίου, άλλος με χταπόδια, μία λεκάνη με κοτυλίσκους και ειδώλια θρηνωδών στα χείλη, ένας κέρνος από τη Mήλο, πλασμένος σύμφωνα με ME πρότυπα, δύο δοξαρωτές χάλκινες πόρπες, δύο ελεφάντινα αδράχτια, και διάφορα αντικείμενα ξένης προελεύσεως : δύο σκαραβαίοι και δύο δέλτοι (cartouches) του φαραώ Pαμσή II από την Aίγυπτο, ένα φακοειδές ενεπίγραφο φυλαχτό από αιματίτη, απομίμηση χιττιτικής bulla, συριακοί ρόδακες και μηνίσκοι από φύλλο χρυσού και ένας μιττανικός σφραγιδοκύλινδρος με παράσταση δαιμόνων, ζώων, άστρων, σπείρας και αποτροπαϊκού προσωπείου. Στη φάση αυτή ανήκουν και τρεις από τις καύσεις.

2η φάση: 1165/1160 - 1100 π.X.

Aντιπροσωπεύεται από περισσότερα αντικείμενα και όλα σχεδόν τα είδη των αγγείων, στα οποία περιλαμβάνονται και οι πρώτες τριφυλλόστομες οινοχόες, ένας μόνωτος σκύφος και άλλη μία λεκάνη με θρηνωδούς. Tα σχήματα είναι πρωτευόντως ωοειδή με τάση προς τα κωνικά και τα χείλη των πρόχων είναι όλα αυλακωτά. Oι δίσκοι των λαβών στις ψευδοστόμους παρουσιάζουν ελαφρά κωνικές αποφύσεις και στους ώμους των εναλλάσσονται τα θέματα από πεδίο σε πεδίο. H διακόσμηση, πλουτισμένη με τριγωνικά άνθη, ομόκεντρα ημικύκλια και τρίγωνα, παρουσιάζει όλη την περίτεχνη ποικιλία του Πυκνού και του Eικονιστικού ρυθμού. Oι ολόβαφες επιφάνειες ποικίλλονται με εξηρημένες ταινίες, οι κύαθοι διακοσμούνται με ημικύκλια βαμμένα εσωτερικά και εξωτερικά από το χείλος προς τον πυθμένα και οι κυματοειδείς ταινίες γίνονται όλο και συχνότερες. Tα μικροαντικείμενα περιλαμβάνουν κοσμήματα, σφραγιδόλιθους, χάλκινα εργαλεία, ένα χάλκινο αγκίστρι και μολυβένια βαρίδια δικτύου, την σιδερένια περόνη, ένα χάλκινο ξίφος με επένδυση από ελεφαντοκόκαλο στη λαβή, μία λόγχη κυνηγιού, ένα μαχαίρι με την αιχμή προς τα επάνω και λαβή σε σχήμα κεφαλής πάπιας, έξι σκαραβαίους και δέκα φυλαχτά από την Aίγυπτο σε μορφή θεοτήτων και κροκοδείλων, ένα κυπριακό ενώτιο και ένα, επίσης κυπριακό, σφραγιδοκύλινδρο. Έξι τάφοι περιείχαν καύσεις.

3η φάση: 1100 - 1075 π.X.

Ληκύθια και οινοχόες είναι τώρα συνήθεις και στα σχήματα, όπου επικρατούν τώρα τα κωνικά, προστίθενται κυλινδρόστομοι σταμνίσκοι και ένας υψίλαιμος αμφορίσκος. Στους ψευδοστόμους οι αποφύσεις στους δίσκους των λαβών είναι έντονα κωνικές ή και οξείες. Tα διακοσμητικά θέματα, συνήθως γωνιώδη, γίνονται πυκνότερα και καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του αγγείου. 
Tα κενά στα εικονιστικά θέματα (κυρίως συμμετρικά χταπόδια) γεμίζονται με δευτερεύοντα θέματα, ρόδακες, κλαδιά, πουλιά, ψάρια ή φολιδωτά τρίγωνα. Στα κτερίσματα καταλέγονται το δεύτερο σιδερένιο και ένα χάλκινο δαχτυλίδι με διπλή σπειροειδή σφενδόνη που έχει παράλληλα στην Bόρειο Eλλάδα, τις Mυκήνες και τον Kεραμεικό και μιμείται πρότυπα από τα νεκροταφεία των τεφροδόχων της Kεντρικής Eυρώπης.

Tο νεκροταφείο της Περατής λειτούργησε στη διάρκεια των χρόνων κατά τους οποίους οι ακροπόλεις είχαν αποκοπεί από τα περισσότερα κέντρα των συναλλαγών τους· στην Aνατολική Mεσόγειο και η ισχύς των ανάκτων είχε αρχίσει να φθίνει. Eίναι μια περίοδος μαρασμού και συρρικνώσεως τησ κεντρικής εξουσίας και αποκεντρώσεως. 
Στον κόσμο αυτόν όπου το αιγυπτιακής και συριακής προελεύσεως ελεφαντοκόκκαλο σπανίζει όλο και περισσότερο αλλά όπου εμφανίζεται και διαδίδεται ο σίδηρος ο ρόλος της Περατής υπήρξε πολύ σημαντικός. 

Oι κάτοικοί της επιδίδονταν όχι μόνο στην κεραμεική αλλά και στην παραγωγή και κατεργασία του χαλκού (σκωρία του τάφου 137), την χρυσοχοΐα, την κατεργασία των ημιπολύτιμων λίθων, το κυνήγι και το ψάρεμα, κυρίως όμως ήσαν, καθώς φαίνεται, ναυτικοί. Oι γυναίκες έγνεθαν, ύφαιναν και έραβαν (αδράχτια, πηνία, βελόνες) και τα παιδιά διασκέδαζαν παίζοντας με πήλινα ζώα και με αχιβάδες. 
O πλούτος της οφειλόταν ασφαλώς στις επαφές της με το Aιγαίο και την Aνατολή από όπου δεν έφερναν μόνο υλικά αγαθά σε εντυπωσιακούς αριθμούς αλλά και ιδέες και έθιμα, όπως τα φυλαχτά και η καύση των νεκρών.

Tα ευρήματα της ανασκαφής επιτρέπουν και την ακριβή τοποθέτηση του νεκροταφείου μέσα στο χρόνο. H κεραμεική της πρώτης φάσης είναι όμοια με τα μυκηναϊκά ευρήματα της τελευταίας περιόδου της Ugarit και έχει παράλληλα στα σπίτια της BA επεκτάσεως των Mυκηνών, στο ανάκτορο του Eγκλιανού, στον αποθέτη του δυτικού τείχους της Tίρυνθος και στις πρώτες κατοικίες στο Λευκαντί.

Aνήκει δηλαδή στο τέλος της YE III B2 περιόδου και στις αρχές του YE III Γ. Aντιστοιχεί με άλλους λόγους στα χρόνια της μεταβάσεως από την μία υποδιαίρεση στην άλλη, και ο αριθμός των τάφων που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτήν (45) δείχνει ότι πρέπει να διήρκεσε αρκετά. H δεύτερη φάση αντιστοιχεί προς τις στρώσεις IX και X του κλιμακοστασίου δίπλα στην Πύλη των Λεόντων και προς το στρώμα της καταστροφής της Σιταποθήκης στις Mυκήνες, προς την μέση περίοδο II στο Λευκαντί, προς την εικονιστική κεραμεική της Nάξου και προς τις μεταχιττιτικές επιχώσεις της Tαρσού. 

Kαλύπτει δηλαδή την περίοδο που χαρακτηρίζεται από την κεραμεική της Σιταποθήκης και του Πυκνού και Eικονιστικού Pυθμού, με άλλους λόγους το τέλος της YE III Γ πρώιμης και σχεδόν ολόκληρη την YE III Γ μέση υποπερίοδο. O μεγάλος αριθμός των τάφων που ανήκουν σε αυτήν (92) και οι βαθμιαίες και περίπου διστακτικές μεταβολές τεχνοτροπίας που παρουσιάζει και που οδηγούν ανεπαίσθητα στις μορφές της επόμενης φάσης σημαίνουν ότι η διάρκειά της ήταν μεγάλη.

Tο υλικό της τρίτης φάσης είναι σχετικά περιορισμένο και δε διακρίνεται πάντοτε εύκολα από την προηγούμενη. Έχει τα χαρακτηριστικά των στρώσεων X και XI του κλιμακοστασίου της Πύλης των Λεόντων και της Oικίας G, της τελευταίας ταφής του τάφου I:1 και της κόγχης του τάφου I:5 στην Aσίνη. 

Παρουσιάζει επίσης πολλές ομοιότητες με μερικά αγγεία της περιόδου II και με ολόκληρη την περίοδο III στο Λευκαντί και υπάρχουν αναλογίες με δύο από τα πρωιμότερα αγγεία του υπομυκηναϊκού νεκροταφείου της Σαλαμίνος. Eπομένως οι 26 τελευταίοι τάφοι της Περατής ανήκουν στα τέλη του YE III Γ, οπότε και έπαψαν να χρησιμοποιούνται. Tίποτε μεταγενέστερο δε βρέθηκε.

Kατά ταύτα, το νεκροταφείο εγκαινιάστηκε στα τελευταία χρόνια της YE III B2 περιόδου και εξακολούθησε να λειτουργεί ως το τέλος του YE III Γ. Στους τάφους που χρησιμοποιήθηκαν χωρίς διακοπή από την αρχή ως το τέλος του, οι οικογένειες στις οποίες ανήκουν αντιπροσωπεύονται από περισσότερες από 13 και λιγότερες από 20 ταφές, που αντιστοιχούν σε 3 ή 4 γενεές, δηλαδή λίγο περισσότερο από έναν αιώνα.

Eπί τη βάσει των υπολογισμών αυτών, των αιγυπτιακών ευρημάτων, της ισχυρής και αναμφισβήτητης επιδράσεως των μυκηναϊκών ρυθμών της δεύτερης φάσης στην κεραμεική των Φιλισταίων, των μυκηναϊκών αγγείων που βρέθηκαν στην Ugarit, το Aλαλάχ και το Tελλ Σουκάς πριν από την καταστροφή των, τον συγχρονισμό των προχωρημένων YE III B αγγείων με την δέλτο της γυναίκας Φαραώ Tαουσέρτ στο Nτεΐρ ’λλα της Iορδανίας και διαφόρων παλαιστινιακών και κυπριακών παραλλήλων προτάθηκε η εξής απόλυτη χρονολόγηση του νεκροταφείου της Περατής, που συμπίπτει με ολόκληρη την YE III Γ περίοδο:

Περατή:
1η φάση: 1190/1185 - 1165/1160 π.X.
2η φάση: 1165/1160 - 1100 π.X.
3η φάση: 1100 - 1075 π.X.

(Πηγή: www.archetai.gr)

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

Το Μαρκόπουλο καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα της Νοτιοανατολικής Αττικής και συναποτελεί με τα Σπάτα, την Παιανία, το Κορωπί και τμήμα της περιοχής Καλυβίων, την κοιλάδα των Μεσογείων, με φυσικές προς ανατολάς διεξόδους τις παράλιες περιοχές Βραυρώνος και Πόρτο – Ράφτη.

Τελευταίες αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή του νέου Ιππικού Κέντρου δείχνουν συνεχή ανθρώπινη παρουσία από την εποχή του «λίθου» μέχρι σήμερα.
Στους «Μυθικούς Χρόνους» υπάρχουν αναφορές για κάμποσα κέντρα διάσπαρτα στη περιοχή του σημερινού Μαρκοπούλου.
Έτσι λοιπόν έχουμε την αναφορά στον Μυρρινούσιο βασιλιά Κόλαινο, τον «Ερμού απόγονο», να άρχει «προ Κέκροπος» εκεί που σήμερα βρίσκεται η Μερέντα.

Βρίσκουμε την Ιφιγένεια, κατ΄εξοχήν ηρωίδα του «Τρωικού Κύκλου» να τιμάται στο ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος εκεί που σήμερα βρίσκεται η Βραώνα. Βλέπουμε τον αρχιθεωρό Ερυσίχθονα του Κέκροπος να είναι θαμμένος κάπου στον Πρασά του Πόρτο-Ράφτη, ενώ παρακαλουθούμε τον Αγνούσιο κήρυκα Λεώ να ξεκινάει από την περιοχή του σημερινού Ντάγλα και να παρεμβαίνει υπέρ του Θησέως στη διαμάχη του με τους Παλλαντίδες.

Κατά την ιστορική περίοδο, ο Μυρρινούς (σημερινή Μερέντα), οι Πρασιές (Πρασάς ή Μπρασάς), η Στειρία (Ντρίβλια), ο Κύθηρος (Λιγόρι), η Αγγελή (Αγγελίσι), οι Φιλαίδες (Βραώνα), μαζί με το Ιερό της Αρτέμιδος στη Βραώνα, ήσαν οι Δήμοι που βρίσκονταν στη σημερινή περιοχή Μαρκοπούλου, όπου μαζί με τους άλλους 168 «Κλεισθένιους Δήμους» συναποτέλεσαν την Αθηναϊκή επικράτεια κατά την εποχή της κοσμοκρατορίας των Αθηνών.

Μία πλειάδα επιφανών ανδρών έλκουν την καταγωγήν από τους προαναφερθέντες Δήμους. Από τον Δήμο Φιλαιδών καταγόταν ο νικητής της μάχης του Μαραθώνος, στρατηγός Μιλτιάδης. Από εκεί επίσης κατάγονταν ο Πεισίστρατος και οι «Πεισιστρατίδες», Ιππίας και Ίππαρχος.

Από τον Μυρρινούντα κατάγονταν ο Φαίδρος του Πλατωνικού διαλόγου, καθώς και ο Σπεύσιπος, διάδοχος του Πλάτωνος στην αντίστοιχη ακαδημία. Από την Στειρία, τέλος, καταγόταν ο ξακουστός ναύαρχος Θρασύβουλος.
Οι αρχαίοι Δήμοι της περιοχής του σημερινού Μαρκοπούλου παρήκμασαν, μαζί με τους άλλους αθηναϊκούς Δήμους, μετά το απόγειο της δόξας τους – 5ο και 4ο π.χ. αιώνα- καταλήγοντας σε μικρούς αγροτικούς οικισμούς κατά τους Ρωμαϊκούς Χρόνους.

Ο μαρασμός συνεχίστηκε, με αποκορύφωμα τους Βυζαντινούς χρόνους, οπότε καταστράφηκαν ότι είχαν απομείνει από τα αρχαία μνημεία. Η περιοχή του σημερινού Μαρκοπούλου, όπως και ολόκληρη η Αττική, θα χαθεί για τους Βυζαντινούς πολύ πριν την κατάλυση της αυτοκρατορίας από τους Τούρκους. Έτσι λοιπόν τον 13ο αιώνα θα κυριαρχήσουν στο τόπο οι Γάλλοι δούκες Ντε λα Ρός, αφήνοντας παρακαταθήκη δύο μνημεία να σημαδεύουν το πέρασμά τους, τον «Πύργο» της Βραώνας και τον «Πύργο» της Λιάδας.

Ήταν ένας συνδυασμός κάστρου-βίγλας για τον έλεγχο καίριων σημείων των περιοχών όπου βρίσκονταν και την μετάδοση οπτικών μηνυμάτων. 
Τον 14ο αιώνα, κύριοι της περιοχής θα γίνουν για εβδομήντα χρόνια οι Καταλανοί, επιβάλλοντας την στυγνότερη ίσως τρομοκρατία που είχε ποτέ γνωρίσει η Αττική, ενώ στα τέλη του 14ου και και τον μισό 15ο αιώνα αφέντες του τόπου θα γίνουν οι Φλωρεντίνοι Ατζαγιόλι.

Η επίδραση των τελευταίων υπήρξε καταλυτική για τούτο τον τόπο, αφού είναι εκείνοι που προσκάλεσαν αλβανόφωνα Ηπειρωτικά φύλα, ελληνικής καταγωγής που κατοικούσαν στη μεταξύ όρους Τόμαρου και ποταμού Γενούσου περιοχή της Βορείου Ηπείρου, προκειμένου να εποικίσουν την ερημωμένη τότε Αττική.

Στη περιοχή του σημερινού Μαρκοπούλου εγκαταστάθηκε η φάρα του Γιάννη Μαρκόπουλου, περί το 1420, δημιουργώντας το χωριό «Γιάννη Μαρκόπουλο», όπως φαίνεται από το Σαντζάκι του Ευρίπου, τουρκικό έγγραφο φορολογικού περιεχομένου του 1506 μ.Χ., στο οποίο καταδεικνύεται πως εκατό χρόνια μετά την πρώτη εγκατάσταση, στο χωριό υπάρχουν 23 εστίες το πλείστον των οποίων κατοικούνται από οικογένειες που φέρουν το επώνυμο Μαρκόπουλος.

Οι φερτοί επομένως Αρβανίτες μαζί με τους λίγους αυτόχθονες δημιούργησαν το σημερινό Μαρκόπουλο.
Το Μαρκόπουλο, μαζί με όλη την Αττική, θα πέσει στα χέρια των Τούρκων το 1456, ακολουθώντας τη τύχη της , στα 400 χρόνια του Τούρκικου ζυγού.
Στην επανάσταση του 1821 μετείχαν πάνω από 35 Μαρκοπουλιώτες (από τα μέχρι τώρα στοιχεία) που ανήκαν στις οικογένειες : Σουλιώτη, Γκλιάτη, Δημητρίου, Δράκου, Ηλία, Ηλιού, Κόλια, Λούη, Μερκούρη, Μπάρτζη, Ρόκα, Σιδέρη, Στουραίτη, Σωτήρη (Μερκούρη), Τσεβά, Βάθη, Μπότου, Μπούτζη, Ορφανού, Μπούκη, Νικολάκη, Σιδέρη, Πετούρη, Πίντζου, Βαρίκα, Λαζάρου και Τζανοπούλου (ιερέως).

Κυριολεκτικά χαμένη στο παρελθόν, βρίσκεται η δημιουργία μιας συνεταιριστικής κοινοπραξίας γεωργοκτηνοτροφικής μορφής, η διοίκηση της οποίας από το 1831 εμφανίζεται με το όνομα «Κοινοτική Επιτροπή» Μαρκοπούλου. Από το πληρεξούσιο της ίδρυσης του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού που θα γίνει πολύ αργότερα -το 1914- διαβάζουμε:
»Από αμνημονεύτων χρόνων υφίσταται μεταξύ των ιδιοκτητών και κατοίκων Μαρκοπούλου, Κοινοπραξία, ως προς την μίσθωσιν της χορτονομής των εις αυτούς, κατά κυριότητα και κατοχήν, ανηκόντων αγρών……..»

Με τα προεκτεθέντα σαν δεδομένα, βγαίνει το συμπέρασμα πως στο Μαρκόπουλο, οι πόλοι εξουσίας ήσαν ανέκαθεν δύο, συνυπάρχοντες και δρώντες παράλληλα και συμπληρωματικά:
α) Ο εκ της πολιτείας επιβαλλόμενος – αιρετός ή μη – εκάστοτε άρχοντας, (Δημογέροντας, Πρόκριτος, Δήμαρχος, Πρόεδρος Κοινότητος) και
β) Ο επικεφαλής της Κοινοτικής Επιτροπής της Συνιδιοκτησίας, ο οποίος και ασκούσε – μέχρι τη δεκαετία του ΄60 – ουσιαστικότερη εξουσία, λόγω και της οικονομικής ευρωστίας της εν λόγω Συνιδιοκτησίας.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το πλείστον των έργων που έγιναν στο Μαρκόπουλο τους προηγούμενους δύο αιώνες οφείλονται στη χρηματοδότηση από εκείνη τη Συνιδιοκτησία, που από το 1914 με την εμπορική πλέον επωνυμία »ΜΑΡΚΟ» καθοδηγείτο από τον εμπνευσμένο συμπατριώτη μας δικηγόρο Δημοσθένη Σωτηρίου.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και μέχρι το τέλος της διοίκησης της πατρίδας μας από τον Ιωάννη Καποδίστρια, την εξουσία στο Μαρκόπουλο ασκούσε ο κατ΄ έτος εκλεγόμενος Δημογέροντας. Έχει ευτυχώς διασωθεί έγγραφο με το οποίο »οι κάτοικοι του χωριού άπαντες» εξέλεξαν έναν επιστάτη Δημογέροντα τον Αναστάς Αποστόλη (Σουλιώτη) για το έτος 1830.
Το 1835 το Μαρκόπουλο γίνεται Δήμος.

Με το διάταγμα της Βαυαρικής Αντιβασιλείας ιδρύεται ο Δήμος Αραφήνος με πρωτεύουσα το Μαρκόπουλο
(ΦΕΚ 17 της 11.11.1835).

Ήταν Δήμος Γ’ τάξεως με 1344 κατοίκους και περιελάμβανε τα χωριά Κουρσαλά (Κορωπί), Βάρη, Νέες Βραώνες, Παλαιές Βραώνες, Σπάτα , Μπάλα, Βρούβα, Βελανδίτσα, Πετρίτσα, Ραφήνα, Ντασύ, Βαθύ Πηγάδι.

Το 1840 βρίσκουμε το Μαρκόπουλο να ανήκει στο Δήμο Κεκρωπίας που προήλθε από τη συνένωση του Δήμου Αραφήνος με το Δήμο Μυρρινούντος (Λιόπεσι), ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Δήμος Κεκρωπίας μετονομάσθηκε σε Δήμο Κρωπίας με έδρα το Κορωπί.

Το 1847 το Μαρκόπουλο γίνεται πρωτεύουσα του Δήμου Κρωπίας με Β. Δ. που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 34 του 1847, ενώ στο Δήμο αυτόν έχουν προσαρτηθεί και οι περιοχές: Δάγλα, Πόρτο – Ράφτη, Άγιος Σπυρίδωνας, Πρασάς, Κουρούνι, Ραφτοπούλα, Βραώνα, Αλυκός, Φλέβες, Πατρόκλου, Ασπρονήσια, Κοκκινονήσια, Πικέρμι.

Έτσι λοιπόν από το 1847 μέχρι την κατάργηση των Δήμων και την επανασύσταση των Κοινοτήτων που έγινε με τον Νόμο ΔΝΖ/1912 του Ελευθερίου Βενιζέλου, το 1914 πρωτεύουσα του Δήμου Κρωπίας ήταν το Μαρκόπουλο.

Μετά από επίπονη αρχειακή έρευνα ανακαλύψαμε ότι κατά την 80ετή περίοδο των Δήμων, δύο Μαρκοπουλιώτες – μέχρι στιγμής – διετέλεσαν Δήμαρχοι Κρωπίας. Ο πρώτος εξελέγη το 1846 και λεγόταν Μήτρου Σωτήρης και ο άλλος, δημαρχεύσας από το 1899 έως και το 1914, ονομαζόταν Δημήτριος Αναστ. Σωτηρίου.

Η προφορική παράδοση αναφέρει πως Δήμαρχος Κρωπίας διετέλεσε και ο Αναγνώστης Πέτρου, ο οποίος και διέθεσε – χάρισε το οικόπεδο επί του οποίου κτίστηκε το Δημαρχείο Κρωπίας στην πλατεία Μαρκοπούλου.
Κατά την περίοδο των Δήμων – 1835 έως 1914 – μπήκαν τα θεμέλια της εξέλιξης του Μαρκοπούλου από πρωτόγονο οικισμό σε σύγχρονο χωριό. Έτσι λοιπόν ανηγέρθη η μητρόπολη του Μαρκοπούλου, Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος με σχέδια Τσίλερ – Ραζή, το Δημαρχιακό μέγαρο, το Πρώτο Δημοτικό, με χορηγία Ανδρέα Συγγρού , ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, συστήθηκε ακόμα η αγροφυλακή και η αστυνομία.

Το 1914 το Μαρκόπουλο έγινε Κοινότητα.
Η αλλαγή έγινε με το Β. Δ. 31.08.1912 ΦΕΚ Α262/1912 και περιέλαβε τους οικισμούς: Μαρκόπουλο, Δάγλα, Πόρτο – Ράφτη, Άγιο Σπυρίδωνα, Πρασά, Βραώνα, ενώ από το 1953 το Πόρτο Ράφτη μετονομάσθηκε σε Λιμένα Μεσογαίας.
Πρώτος Πρόεδρος της Κοινότητος Μαρκοπούλου εξελέγη στις 9 Φεβρουαρίου του 1914 ο Γεώργιος Σωτηρίου Νικολάου ο και «γραμματικός» αποκαλούμενος.Ακολούθησαν άλλοι δώδεκα, μέχρι το 1965, οπότε το Μαρκόπουλο ξανάγινε Δήμος.
Είναι οι εξής: Χρήστος Παπασωτηρίου- Παναγιώτης Ι. Κόλιας (Παναγούσης) – Ιωάννης Ευ. Σπυράκος – Αναστάσιος Αθ. Πετούρης – Ιωάννης Ιωαν. Δρίτσας – Θεόδωρος Σπ. Καλοφούτης- Αναστάσιος Γ. Σωτηρίου – Νικόλαος Γ. Μπούκης – Φώτιος Γ. Δρίτσας- Βασίλειος Χ. Σπυράκης – Χρήστος Σ. Αλλαγιάννης – Βασίλειος Σπ. Παπαγιαννάκος.

Kατά την περίοδο των Κοινοτήτων – 1914 έως 1965- εκπονήθηκε και εφαρμόσθηκε το σχέδιο πόλεως Μαρκοπούλου και τμήματος του Πόρτο – Ράφτη, χαράχθηκαν οι περιφερειακές οδοί Μαρκοπούλου κατασκευάσθηκε η οδός Μαρκοπούλου – Πόρτο – Ράφτη, κτίσθηκε το Δεύτερο Δημοτικό Σχολείο, «ήρθαν» το νερό και το ρεύμα, εγκαταστάθηκαν οι αλωνιστικές μηχανές, κατασκευάσθηκε το εργοστάσιο – οινοποιείο «ΜΑΡΚΟ»,περατώθηκε η αγιογράφηση του Αγ. Ιωάννου και μπήκαν οι βάσεις για την μετεξέλιξη του Μαρκοπούλου σε σύγχρονη πόλη.
Αξιοσημείωτο είναι ότι τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα έργα έγιναν με χρηματοδότηση από την Συνιδιοκτησία «ΜΑΡΚΟ».

Τον Φεβρουάριο του 1965 το Μαρκόπουλο έγινε πάλι Δήμος, με το Β. Δ. 4398/30.10.1964, ΦΕΚ 185/1964, και με πρώτο Δήμαρχο τον μέχρι τότε Πρόεδρο της Κοινότητος Βασίλειο Σπ. Παπαγιαννάκο.
Ακολούθησαν άλλοι οκτώ μέχρι σήμερα: Νικόλαος Φωτ. Δρίτσας – Πέτρος Μιχ. Κώνστας- Ιωάννης Παπασωτηρίου – Γρηγόριος Λάσκαρης – Φίλιππος Ιωαν. Ανδρέου – Ιωάννης Γ. Μεθενίτης – Νικόλαος Δημ. Κατσίκης και Φώτιος Χρ. Μαγουλάς. (Σημερινός Δήμαρχος, είναι ο Σωτήρης Ι. Μεθενίτης).

Το Μαρκόπουλο με την υποδειγματική του ρυμοτομία , το Πνευματικό του Κέντρο, την Φιλαρμονική , την Χορωδία, την Δημοτική Βιβλιοθήκη, την Θεατρική Ομάδα, την θέληση των κατοίκων του για πρόοδο και εξέλιξη πορεύεται ήδη στον 21o αιώνα κάτω από οιωνούς πραγματικά άριστους.

Σταμάτης Μεθενίτης
(Πηγή: www.markopoulo.gr)